
Έχετε δει αυτές τις γραφικές διαφημίσεις όπου οι πρωταγωνιστές κάνουν πεζοπορία στο Κιλιμάντζαρο “για να βρουν το νόημα της ζωής”; Εκεί που, σχεδόν νομοτελειακά, θα αρχίσει να βρέχει καταρρακτωδώς, ενώ ο αφηγητής λέει κάτι βαθιά φιλοσοφημένο;
Με το που την βλέπεις, προσπαθείς να μαντέψεις ποιο είναι το διαφημιζόμενο προϊόν. Χμμμ… Ορειβατικός εξοπλισμός; Αδιάβροχα; Ένα ισοτονικό ποτό; Κάποιο διατροφικό συμπλήρωμα για αντοχή μήπως;
Και εκεί που έχεις πέσει σε βαθιά περισυλλογή και έχεις ματώσει το κεφάλι σου απ’το ξύσιμο, σου πετάει ένα ουίσκυ και σε στέλνει αδιάβαστο. Ουίσκυ. Βεβαίως. Θα σκέφτεστε φυσικά τι σχέση έχει το ουίσκυ με την πεζοπορία; Αφού η πιο πιθανή κατάληξη, αν πας πιωμένος στο βουνό, είναι να πέσεις σε καμιά χαράδρα ωσάν το κογιότ με την ομπρελίτσα αντί για αλεξίπτωτο.

Αυτά, όμως, είναι λεπτομέρειες που δεν θα μας απασχολήσουν εδώ.
Στο παρόν άρθρο, θα πάρουμε κι εμείς τα βουνά για να διασχίσουμε κάθετα τον Υμηττό και να βγούμε από την Αθήνα στα Μεσόγεια. Και επειδή γουστάρουμε κλισέ διαφημίσεων (μιλάμε για πολύ νόημα), θα τα κρατήσουμε. Έστω με νερό στο φλασκί μας – αντί πεπαλαιωμένου ουισκιού.
Ο Υμηττός και το Διάσελο
Διασχίζουμε, λοιπόν, το διάσελο του Υμηττού. Διάσελο είναι ο “αυχένας” ενός βουνού. Το χαμηλότερο σημείο της οροσειράς ας πούμε. Και στην Τερψιθέα της Γλυφάδας είναι ίσως η πιο σύντομη (και βατή) διαδρομή για να βγεις απ’ την άλλη. Αυτός ήταν και ο δρόμος που ακολουθούσαν κατά την αρχαιότητα. Η λεγόμενη Σφηττία οδός, από τον αρχαίο δήμο Σφηττός – το σημερινό Κορωπί περίπου.
Ξεκινήσαμε να ανεβαίνουμε από το γήπεδο της Τερψιθέας. Οι ποδοσφαιρισταί την ίδρωναν την φανέλα, κι εμείς παρομοίως. Ήταν ένας σκληρός αγώνας με αντιπάλους την απότομη κλίση και τον καυτό ήλιο, στο τέλος όμως βγήκαμε νικητές. Θα λέγαμε ότι κάναμε υγιεινό περίπατο, αλλά το VAR έδειξε καραμπινάτο λαχάνιασμα.
Φτάνοντας στην κορυφή της πλαγιάς, το γήπεδο φαινόταν με το κυάλι και οι ποδοσφαιριστές έμοιαζαν με μυρμήγκια. Σαν να βλέπεις αγώνα στο ΟΑΚΑ με εισιτήριο του δεκάρικου (άνω διάζωμα – πάνω πάνω – σκαλάκια).

Στο βάθος, ο ουρανοξύστης του Ελληνικού έκανε την Αθηναϊκή Βοθριβιέρα ακόμα πιο εκτρωματική. Χαιρόμασταν που την αφήναμε πίσω μας. Άλλωστε, προκειμένου να “ανακαλύψουμε τον εαυτό μας” έπρεπε να απομακρυνθούμε από τον αστικό ιστό.
Ακολουθώντας τα σημάδια
Δεν αργήσαμε να βρούμε το σημαδεμένο μονοπάτι. Τα χαρακτηριστικά κόκκινα βέλη μας έδειχναν τον δρόμο κάθε λίγα μέτρα.

Πότε-πότε κοιτούσαμε πίσω για να διαπιστώσουμε κάθε φορά πόσο έχουμε απομακρυνθεί.


Ωστόσο, το βλέμμα μας έπρεπε να είναι μπροστά, καθώς κάτι αράχνες με στεροειδή είχαν υφάνει τις παγίδες τους. Και αν αρχικά τις αποφύγαμε, χορεύοντας limbo και περνώντας από κάτω, άλλες φορές πιανόμασταν στον ιστό τους.

Λογικό επακόλουθο οι… ιστοπαναγίες που ρίχναμε μετά (κακό, συγγνώμη). Γενικότερα, όμως, προσπαθούσαμε να μην της ενοχλήσουμε και να τις αφήσουμε στην ησυχία τους να κάνουν ό,τι έκαναν (πλέξιμο, πασιέντζα αράχνη κλπ. κλπ.)
Φτάνουμε στο πρώτο σταυροδόμι και αποφασίζουμε να παρεκκλίνουμε της συνήθους πορείας για να επισκεφτούμε την Τρύπια Σπηλιά.

Από εκεί και έπειτα, το μονοπάτι χανόταν μέσα στο βουνό και πλέον δεν υπήρχε καμία επαφή με τον πολιτισμό. Οι ηλιαχτίδες, εξασθενημένες πια, καθώς περνούσαν ανάμεσα απ’ τις πυκνές πευκοβελόνες, έφτιαχναν ένα χρυσό ψηφιδωτό κάτω στη γη και μας χάριζαν έναν ανακουφιστικό ίσκιο.



Ενίοτε, σταματούσαμε για να απαθανατίσουμε τα μικρά θαύματα της φύσης.


Τρύπια Σπηλιά
Στα μέσα της διαδρομής πραγματοποιήσαμε την απαραίτητη παράκαμψη προκειμένου να επισκεφτούμε την Τρύπια Σπηλιά. Το έδαφος κακοτράχαλο και η κλίση πιο απότομη. Ειδικά σε ορισμένα σημεία χρειάστηκε να βάλουμε και τα χέρια κάτω, προσπαθώντας να κρατηθούμε από κάποιο ξύλο ή πέτρα.






Ολόκληρη η σπηλιά βρισκόταν πάνω σε πλαγιά. Σε ένα σημείο, όμως, σχηματίζοταν ένα πλάτωμα με ένα ξέφωτο και ένα δέντρο ακριβώς από πάνω, για έμφαση. Το σημείο αυτό, το οποίο φαίνεται στην φωτογραφία παρακάτω, είναι ιδανικό για υποψήφιους γκουρού. Ξέρετε, αυτούς τους σοφούς στα διηγήματα και τις διδακτικές ιστορίες που μένουν σε κάτι δύσβατα μέρη για να μην τους βρίσκει κανείς. Είμαστε σίγουροι ότι εδώ θα μπορούσε να κάθεται άνετα ένας τέτοιος σαμάνος γέροντας, ο οποίος θα σου απαντά στο ποιο είναι το νόημα της ζωής, πως αναγνωρίζεις την αξία μέσα σου, πως αλλάζεις την ώρα στο ρολόι του φούρνου, και σε άλλα τέτοια δύσκολα ερωτήματα.

Κατεβαίνοντας, αποφασίσαμε ότι το περπάτημα ήταν πολύ αργό κι έτσι κάναμε μια μικρή τσουλήθρα. Εννοείται ότι η ακούσια, αυτή, ταχεία κατάβαση (ολογράφως σαβούρδα) ήταν προσχεδιασμένη για να εξοικονομήσουμε χρόνο. Αφού σταματήσαμε στο ύψος της κάτωθι φωτογραφίας πάλι καλά.

Υμηττός – στη μεριά των Μεσογείων
Έπειτα από κάποια ώρα περπάτημα, το μονοπάτι έκλινε προς τα αριστερά και με τα πολλά βγήκαμε εκεί που θέλαμε. Φτάσαμε στην θέση Σταυρός και πλέον βλέπαμε τα Μεσόγεια.

Ο κοντινός οικισμός είναι το Κορωπί. Πιο πίσω το Μαρκόπουλο και παραδίπλα το αεροδρόμιο. Στο βάθος η Εύβοια.

Εδώ κάναμε μια στάση για ξεκούραση και φωτογραφίες.



Η αρχαία Σφηττία Οδός
Έχοντας επιτύχει τον σκοπό μας, ήταν ώρα να πάρουμε τον δρόμο του γυρισμού. Δεν θα επιστρέφαμε, όμως, από το ίδιο μονοπάτι. Τώρα θα ακολουθούσαμε το κύριο μονοπάτι. Αυτό που χρησιμοποιούταν από την αρχαιότητα μέχρι και πριν λίγες δεκαετίες, από όποιον ήθελε να περάσει από τα Μεσόγεια στην Αθήνα. Σαφώς πιο βατό και σε χαμηλότερο υψόμετρο από τα υπόλοιπα.


Παράλληλα με το εν λόγω μονοπάτι, μας συντρόφευε και το ρέμα της Πυρναρής. Ξερό αυτή την περίοδο, ωστόσο με τις βροχές μπορεί να αποδειχθεί καταστροφικό, όπως μαρτυρήσαμε και με τις σχετικές πλημμύρες στην Γλυφάδα. Δεν φταίει, βέβαια, το ρέμα. Αυτό υπήρχε εκεί για αιώνες. Εμείς μπήκαμε “στον δρόμο του”.
Μία μικρή παράκαμψη για το σπηλαιοβάραθρο της Θρακιάς.


Ίσως να μην φαίνεται από την φωτογραφία, αλλά το βάραθρο ήταν ιδιαίτερα βαθύ! Για τους φαν του Tomb Raider, εδώ είναι ένα κλασσικό Save Game σημείο. Η απόδοση για να γκρεμοτσακιστεί η Lara θα έπαιζε στο 1,20.

Είχε αρχίσει και σουρούπωνε αλλά βλέπαμε ξανά Αθήνα. Αυτό κάτω είναι το νεκροταφείο της Γλυφάδας.

Και αν αναρωτιέστε γιατί πήγαμε πάλι από τα χαμηλά στα ψηλά, για αυτό ευθύνεται μια περίφραξη που έκοβε ένα μεγάλο μέρος του μονοπατιού. Δεν μας έβγαλε μόνο εκτός πορείας, αλλά και εκτός χρονοδιαγράμματος, αφού είχε νυχτώσει και πλέον πασχίζαμε να βρούμε τα σχετικά κόκκινα σημάδια προσανατολισμού. Στον χάρτη παρακάτω, μπορείτε να δείτε την διαδρομή. Με κόκκινο είναι το τελευταίο κομμάτι.


Εν τέλει, με κομμένα γόνατα και ταλαιπωρημένοι, δεν βγήκαμε εκεί που θέλαμε, αλλά 500 μέτρα πιο μακριά. Στο εστιατόριο Μαντρί (πλέον “Mantri”, γιατί έχει γίνει κυριλέ και αυτό σαν τον Τάκη). Μην βρίσκοντας κανένα σημείο εξόδου, σκαρφαλώσαμε και βγήκαμε στο παρακείμενο πάρκινγκ. Πρέπει να ήμασταν ασυνήθιστο θέαμα για τους παρευρισκόμενους.
Επίλογος
Η διαδρομή μας έφτασε στο τέλος της. Και για να επιστρέψουμε στα κλισέ, αυτή ήταν μια εμπειρία που μας έκανε πιο σοφούς. Μας έκανε να ανακατατάξουμε τις προτεραιότητές μας στη ζωή. Να εκτιμούμε τα μικρά πράγματα. Και το πιο σημαντικό που μας δίδαξε: Πάρε ένα ρημάδι φακό να βλέπεις τη νύχτα!

